foto1
foto1
foto1
foto1
foto1
Στη δική μας πόλη, αν δείτε τι έμεινε από την παλιά εποχή, το κτήριο του 1ου Γυμνασίου της Καβάλας ξεχωρίζει.

  • Τελευταία Ενημέρωση: Δευτέρα 16 Σεπτέμβριος 2019, 08:25:52.

Το σχολείο μας

KTIRIO EX 012Από το Google Earth

googlestrΑπό το Google Street View

Συνδεδεμένοι Χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 47 επισκέπτες και κανένα μέλος

candle

Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: «Μαγδαληνή»

«Ω Κύριε, εγώ ‘μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, ...
Εγώ ‘μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, ...
Χριστέ, κι αν όλοι σ’ αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης...
ταΐζοντας το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη».

 

 

Ελληνικά ποιήματα για το Πάσχα 

 

 Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, «Μαγδαληνή»

«Ω Κύριε, εγώ ‘μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
μακριά μαλλιά μου εγώ τ’ ανέμισα στις τρέμουλες,
σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!
Εγώ ‘μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
Κ’ έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
Χριστέ, κι αν όλοι σ’ αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη».

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, «Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες»
«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη
έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ’ άκουσες.
Αφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής
και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου
για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.
Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι

όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση
όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα
από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε
σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.
Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα
αδημονώντας σε αμνέ μας».

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, "ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ"

Βέλαζε τὸ κατσίκι, ἐπίμονα βραχνά.
Ἄνοιξα τὸ φοῦρνο μὲ θυμὸ τί φωνάζεις εἶπα
σὲ ἀκοῦνε οἱ καλεσμένοι.
Ὁ φοῦρνος σου δὲν καίει, βέλαξε
κᾶνε κάτι ἀλλιῶς θὰ μείνει νηστικὴ
χρονιάρα μέρα ἡ ὠμότητά σας.

Ἔβαλα μέσα τὸ χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο τὸ μέτωπο τὰ πόδια ὁ σβέρκος
τὸ χορτάρι ἡ βοσκὴ τὰ κατσάβραχα
Ἡ σφαγή.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, «Εαρινή Συμφωνία»
«Ακου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ’ τα χείλη των παιδιών
απ’ την άγνοια των χελιδονιών
απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.

Ακου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που ‘χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου
τι θα ‘τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;».

***

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Από τη συλλογή Επί τα Ίχνη, το ποίημα Πάσχα προς Σούνιον:

Η θάλασσα ψύχραιμη κι ασύσπαστη,

λες κι απ’ τις άκρες της σφιχτά

την έπιασ’ η στεριά και την τεντώνει.

Στην άκρη του γκρεμού,

που συγκρατεί το θέαμα,

ευωδιάζει ο ίλιγγος

κατρακυλούν αυτοκτονίες…

Αριστερά, η εποχή,

σε μια ακατάσχετη επιφοίτηση χρωμάτων.

Κι εκεί, προσκυνητάρι κατηφές,

έναν Χριστό, μη αναστάντα προφανώς, εγκλείει.

Γιατί στεφάνι εκ πλαστικού

επάνω του ακόμη ξεχασμένο

το πάθος της Σταυρώσεως παρατείνει.

Περίδιαγενομένου του Σαββάτου,

Μαγδαληνής, Σαλώμηςκαιαρωμάτων

ιδέαν δεν έχει.

Σύμπτωσις:

Κι απ’ την καρδιά μου ο λίθος

ουκαποκεκύλισται·

ην γαρ μέγας σφόδρα.

Κική Δημουλά, «Μεγάλη Πέμπτη» (συλλογή «Χαίρε Ποτέ»)

Υπαίθριος καιρός.

Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.

Φορτωμένες.
Ο καρπός εισακούστηκε το παρελθέτω όχι,

Δεν θα εισπράξουν ούτε φέτος πατέρες
οι λιποψυχίες μας.
Ατελής η ελαιογραφία.
Να ξαναδοκιμάσω.

Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.
Τα αργύρια φύλλα τους εποφθαλμιά

η αστραφτερή του τοπίου αγνότητα.
Φύσει καταδότρια η αθωότης.
Αυτή δεν μας παρέδωσε
για ελάχιστα ανεκπλήρωτα αργύρια
στην απώλειά της;
Να τονίσω λίγον Φαρισαίο απέναντι.
Τη θάλασσα.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, "ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ"

Νεφοσκεπές ψιλόβροχο ημέρας.

Κάτι μωραί καμπάνες πιτσιλάνε

τον ύπνο τού Λαζάρου να εξέλθει.

Καλά στοκαρισμένο το φως γύρω γύρω.

Είχα και γω να δεύρο κάποιους έξω

μα δε μου αποκρίθηκαν αν θέλουν.

Πώς ν'  αποκριθούν

με ωτακουστή που άφησες καλά στοκαρισμένο
το φως γύρω γύρω.

Κι έπειτα γιατί τους ρωτάς αν θέλουν.

Το θαύμα δε ρωτάει.

Σ' αρπάζει από το αυτί και
σέρνοντας σε πετάει στο φως.

Χαίρεσαι βέβαια με την έκλαμψη, δεν αντιλέγω

αλλά σε τρώει από μέσα σκουλήκι η αγωνία

μην είναι και τα θαύματα θνητά.

Άστους λοιπόν καλύτερα εκεί

μην έχωμεν να άρωμεν για δεύτερη φορά κενόν τον κράββατόν τους.

Τίποτα δεν άκουσες;

Κι όμως, όλην αυτή την ώρα εδώ μέσα

με άλλα κουβεντιάζοντας να πάρω λίγο αέρα
σε σένανε μιλούσα εκεί κάτω.

ότι δε σε προσφώνησα;
Με ποιο απ' όλα τα Λερναία ονόματα
να σε πρωτοφωνάξω.
Όποιο κι αν κόψω αποζητώντας σε
φυτρώνει αμέσως άλλο.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, "ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ"

 Τελευταίοι Χαιρετισμοί απόψε

ατελείωτοι οι δικοί μου που σου στέλνω

και χαίρε χαίρε του αποκλείεται

η θεία προθυμία να σ’ τους δώσεις.

Λιπόθυμα σωριάζονται βιολέτες

από το σφιχταγκάλιασμα του χλιαρού

καιρού το δικαιολογημένο

έχει από πέρσι να τις δει.

Χαίρε συνέπεια λουλουδιών

προς την τακτή επιστροφή σας

χαίρε συνέπεια του ανεπίστρεπτου

τήρησες κατά γράμμα τους νεκρούς.

Χαίρε του σκοταδιού το σφιχταγκάλιασμα

που δέχεται το δικαιολογημένο

έχει να σε δει πριν την γέννησή σου.

Χαίρε των ματιών σου η ανοιχτοφοβία

χαίρε κεχαριτωμένη υπόσχεση του ανέλπιστου

πως βλέμμα σου θα ξεθαρρέψει πάλι κάποτε

να ξανοιχτεί προς έντρομο δικό μου.

Χαίρε των ματιών σου η ανοιχτοφοβία

- της μνήμης το “ελευθέρας” να πηγαίνει

όποτε θέλει να τα βλέπει

αυγή χαμένης μέρας.

Όσο για σένα κόσμε

που καταδέχεσαι να ζεις

όσο έχει την ανάγκη σου η τύχη

για να καρπούνται τα δεινά

την εύφορη αντοχή σου,

που εξευτελίζεσαι να ζεις

για να σου πει μια καλησπέρα το πολύ

κατά τον διάπλου

ένα εγγαστρίμυθα ολόγιομο φεγγάρι

τι να σου πω

χαίρε κι εσύ.

 

Η Μεγάλη Εβδομάδα του Οδυσσέα Ελύτη

Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ

Κατάκοπος από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.

Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.


Μ. ΤΡΙΤΗ

Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο.
Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.

Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να:
η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.

Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα.

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ

Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται σα να ’ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο μαύρος όγκος που σαλεύει

Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός

Και τώρα μαύρος αιώνας.


Μ. ΠΕΜΠΤΗ

Μέρα τρεμάμενη, όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού

Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη

Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε

(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)

Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, β

Σωστός Θεός. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.

Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας

Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Σαν να μονολογώ, σωπαίνω.

Ίσως και να ’μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής

Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, β

Αντίς για Όνειρο

Πένθιμος πράος ουρανός μες στο λιβάνι
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.

Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ

Περαστική από τη χθεσινή αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μου κυκλοφοράει τα μυστικά
Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίματά μου
- της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια -
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος.

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, β

Πάλι μες στην κοιλιά της θάλασσας το μαύρο
εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο

Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα

Όπως εγώ προχθές του Αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια
και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής
ψυχή μου.

(Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου»).

Κική Δημουλά, «Η απαρηγορία (Μεγάλη εβδομάδα)»

 Οι βιολέτες, όπως ανήσυχα;/ διορατικά μυρίζουν

όταν κάτι δεν πάει καλά/ κάτι απογοητεύει πάλι.

 Η μεγάλη εβδομάδα,/ όπως στάζει κερί και τάμα

στη θρησκόληπτη ανάμνηση, στην άθεη απουσία.

 Η Κυριακή του Νυμφίου,/ όπως αναστατώνει,

βασίζεις δε βασίζεις το Μεγάλο/ στις αφίξεις.

 Οι διάφοροι Νυμφίοι,/ που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται,

κάποια διήμερη εκδρομή,/ κάποια ευκολότερη θρησκεία/ που την ασπάζονται.

 Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεσθημανή

σε κάθε βήμα,/ όπως κατασταλάζεις για το έθιμο

έχουν δεν έχουν ανθίσει οι απορίες.

Οι πατέρες μας, γέροι στο σπίτι,/περιμένουν αυγά και τσουρέκι.

 Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεσθημανή,

τα περιστύλια της υπομονής,

τα παγκάκια να κάτσεις να περιμένεις/ τον ετήσιο Ιούδα,

που αργεί να ‘ρθει/ από το ράφτη, απ’ τον κουρέα.

Το μεγάλο ποσόν που του δίνεις

για να δεχτεί να σε προδίνει ανεξήγητα.

 Της καμπάνας η μεγάλη εξάντληση/ κι η απαρηγορία,

ο νηστικός της ήχος/ όπως λιποθυμάει

στα εαρινά αρμόνια/ των καθολικών απογευμάτων.

Οι αργίες,/ οι αργοπορίες,/ οι αγριότητες,

όπως τις πάμε ως επάνω μόνοι μας.

 Ο Σίμων, που στο τέλος αδιαφόρησε/ κι έφτιαξε τη ζωή του.

Η Μυροφόρος έλλειψις,/ που θα σε ψάχνει απόψε να σε ράνει.

 Η Προηγιασμένη των διαφόρων θρήνων/ τη Μεγάλη Εβδομάδα

και τις διάφορες άλλες εβδομάδες τα ίδια.

 Η Αγία Επανάληψη/ η θαυματουργή,/ η αχειροποίητος,

όπως τη βρήκανε ανυπόγραφη τα πράγματα,/ θαμμένη/

σε κάποια παλαιότητα της μοίρας μας,

σε κάποιο πρόγονό μας μέλλον./ Όπως την πιστεύω.

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

Νίκου Γκάτσου,"Μέρες Επιταφίου"

Μεγάλη Δευτέρα

Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.

Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.

Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου στο φρέαρ της αβύσσου.

Μεγάλη Τρίτη

Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.

Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
στα καπηλειά της πολιτείας
εσύ αμνίον για σφαγή
κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι
ούτ’ ο καιρός που ειν΄ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.

Μεγάλη Τετάρτη

Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
ξυπνήστε ν’ αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες
σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.

Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι.

Μεγάλη Πέμπτη

Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
κρέμεται σήμερα σε ξύλο
ίλεως Κύριε γενού!
Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!

Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τ‘ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.

Μεγάλη Παρασκευή

Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό
κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τ’ ακουμπώ
φίλε δακρυοπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.

Άρρωστος κύλησε ο αιώνας

κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε.
των αρίστων άριστε.

Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη

γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε.
των μεγίστων μέγιστε.

Μέγα Σάββατον

Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.

Πίσω απ’ τους λόφους τους χαμηλούς

με τους προφήτες και τους τρελούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά

σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.

Μες στων καιρών την ανημποριά

διώξε το γρέγο και το βοριά

και ξαναγύρισε ήλιε στη γη

με του θριάμβου σου την κραυγή.

Νίκος Καρούζος, «Μεγάλη Πέμπτη στα νέφη»

Μαρία θυμάσαι στις ράγιες του τραμ εκείνο το πένθος

είχαμε βγει απ’ το μικρό εστιατόριο της Λαχαναγοράς

όταν ο ήλιος έκρουε τα χαράματα.

Ξάφνου τη λάμψη πήρες άλλου άνθους ενώ μοναξιασμένη

Ακούγεται κοντά μας η καμπάνα της Μεγάλης Πέμπτης

Κι ο Γιάννης κοιτάζει ακτήμων.

Είπα εντός του τρόμου δεν άκουσε κανείς

ο άγγελος απ’ τα φωσφορικά ουράνια

στο γκρεμισμένο χρόνο αδειάζει το κακό

κι ο πιο μικρός μας θόρυβος θα κρυσταλλώσει απάνω, εκεί, μακριά.

Τότε μας φώναξε για τους αρχαίους νεκρούς ο Γιάννης

και πηδήσαμε το σιδερένιο φράχτη του Κεραμεικού

(Άξιε ταύρε- καλώντας το Διόνυσο έβγαλε φωνή).

Χαρά ηλιακή μας περιβάλλει κ’ η Μαρία βλέπει χορούς εκστατική

στα συμπλέγματα των λουλουδιών-

εγώ τον Άγιο Φραγκίσκο έβλεπα με τους φίλους του ανέμους

τον πρώτο πετεινό απ’ τα μεσάνυχτα

της αττικής ημέρας κήρυκα ώσπου τα νέφη τη σήκωσαν ψηλά

με τις γριές που είχαν μεταλάβει, με τον ιερέα

ώσπου τα νέφη την πήραν ψηλά τη μέρα

και τη μισοχτισμένη εκκλησιά/ τη Λαχαναγορά

και τα μικρά καρότσια με τα γαϊδουράκια.

Και ιδού ο Γιάννης τρέχει προς το μέρος μας

ωσάν ασώματος Τι βαθύ που είναι το λουλούδι , λέει,

και μας έδειξε κοντά μας ένα

ωστόσον άλλο λουλούδι είχε δει μακριά με τους νεκρούς.

Μα τα λουλούδια είναι τόσο αδελφωμένα

κάθε στιγμή κερδίζεις το νόημα του λουλουδιού κοιτάζοντας

κάθε στιγμή το χάνεις…

Εκεί λοιπόν ηχούσε η καμπάνα/ της ορθοδοξίας μοναχή

Πιο πέρα του σώματος η ιαχή και η Μαρία/ ο Γιάννης

ο ταπεινός εγώ και φιλαμαρτήμων.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, εκδ. Ίκαρος)

Ν. Καρούζος, «Το άφθαρτο ξύλο»

Ο σταυρός είναι δυο επιθυμίες.

Η μια επιθυμία που ερωτεύτηκε τα ουράνια

σμίγει και σταυρώνεται με την επιθυμία

καθώς διασχίζει τη γη.

Κι ο Χριστός είναι φιλικά εσταυρωμένος».

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, εκδ. Ίκαρος)

Κική Δημουλά, «Μεγάλη Πέμπτη»

Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι/ για την Ανάστασή σου

Την πιστεύω αλλά με θλίβει/ όπως με θλίβουν γοερά

και κάτι άλλα θαύματα που/ επαληθεύτηκαν αλλόκοτα:

με το μη μένοντας κοντά μας

όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.

Να αναστηθείς βεβαίως/ ποιος νεκρός δεν το θέλει

ποιος υποψήφιος./ Αλλά να έμενες κάτω, εδώ

να μένεις ο πλησίον μας./ Όσα μας έταξες το είδες

δεν γίνονται εκεί πάνω/ εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων

και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου.

Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα/ πετρώδη, ακανθόσπαρτη

γι’ αυτό και την  διεξήλθες τόσον αιματηρά

ίνα άρεις- Συ είπας-/ όσα χάσαμε επ’ αυτής.

Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις

μια εδώ και μια εβδομάδα στο πατρικό σου;

Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς

να επιβληθείς στη διανομή σου.

Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά

από εδώ εκεί από κει εδώ/ η ζωή και ο θάνατος.

Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες

συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε

σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μας υπέβαλαν.

Μεγάλωσα, όχι θέλω ξεκάθαρους πια  

ορατούς λογαριασμούς/ ή σε αγγίζω Ιησού

ή Ανασταίνεσαι διαπαντός από κοντά μου.

(Κική Δημουλά, Ήχος απομακρύνσεων, εκδ. Ίκαρος)


 

Τ. Λειβαδίτη, "Έξοδος"

Η τελετή γινόταν στη μεγάλη σάλα, μόλις μ' είχαν ξεκρεμάσει απ' το ηλιοβασίλεμα, με τύλιξαν μ' ένα σεντόνι, μα οι πληγέςφάνηκαν στον τοίχο, το πλήθος συνωστίζονταν στις σκάλες, ζητούσε ν' αναστηθώ, μα εγώ έπρεπε να μείνω αγνός από θαύματα, και κρυβόμουν πίσω απ' τα παλτά των ξένων στο διάδρομο, τρώγοντας τα φύλλα από παλιά ημερολόγια,το ξημέρωμα ήταν ωχρό πίσω απ' τις μπουκάλες, βγήκα στο δρόμο και γονάτισα στον πρώτο περαστικό, «γιατί το 'κανες;» με ρωτούσε ο Θεός, είναι ο καιρός της βασιλείας μου, Κύριε, πώς ν' αρνηθώ;» και τότε ο θεός μου 'βαλε στο χέρι αυτό το κλειδί, έτσι μπορώ τώρα ν' ακούω ήρεμος το ανελέητο βήμα πίσω απ' τον τοίχο, αθέατος μέσα σε όποια θεία εικόνα. 

Ήμουν τόσο μονάχος, που τα σκυλιά που με γάβγισαν στο δρόμο ανέβαιναν τώρα μαζί μου στον ουρανό."

ΠΗΓΕΣ

http://antikleidi.com/2015/04/07/elutis-megali-evdomada/

http://bikiropoulos.blogspot.gr/2016/04/blog-post_973.html

https://itzikas.wordpress.com/2011/04/18/%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B7-%CE%B5%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B7-%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CF%8D%CF%84/

http://blogs.auth.gr/moschosg/2015/05/22/%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BC%CE%AE%CE%BC-2/

Copyright © 2019 1ο Γυμνάσιο Καβάλας Rights Reserved.